ιερό


ιερό
Χώρος στον οποίο, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες, κάποια θεότητα εκδήλωνε την παρουσία της και δεχόταν εκεί τη λατρεία των πιστών. Η έννοια του ι. ήταν επίσης γνωστή και σε άλλους λαούς. Στην αρχαία ελληνική θρησκεία αποτελούσε εξέλιξη του τεμένους, δηλαδή ενός ιερού χώρου, περιφραγμένου από περίβολο, όπου πιστευόταν ότι κατοικούσε η θεότητα. Σε αντίθεση, όμως, με το τέμενος, στο ι. υπήρχε ένα είδος διαρρύθμισης του χώρου για την τέλεση συγκεκριμένων λειτουργιών. Οι λόγοι που οδήγησαν τους πρώτους ανθρώπους να θεωρήσουν έναν τόπο ως ι. δεν έχουν εξακριβωθεί απόλυτα. Ωστόσο, φαίνεται πως η φύση του τοπίου, σε συνδυασμό με τα συναισθήματα που προκαλούσε, δημιουργούσε την εντύπωση της παρουσίας του θεού. Έτσι, ένας επιβλητικός βράχος, μια ψηλή κορυφή, ένα δυσπρόσιτο, πυκνό δάσος ή μια σπηλιά έπαιρναν πολλές φορές διαστάσεις ιερών τόπων. Πολύ νωρίς επικράτησε και η ιδέα ότι οι χώροι όπου, σύμφωνα με τη μυθολογία, έζησαν ή τάφηκαν μεγάλα και ισχυρά πρόσωπα ήταν και αυτοί ιεροί. Τέτοια παραδείγματα είναι ο τύμβος στο πρωτοελλαδικό ανάκτορο της Λέρνας και ο ταφικός περίβολος Α των Μυκηνών. Στην Ελλάδα της νεολιθικής περιόδου δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για την ύπαρξη ι. Στο εσωτερικό, ωστόσο, των οικισμών της πρώιμης εποχής του χαλκού υπήρχε ένας ιερός χώρος, που σε μερικές περιπτώσεις διατηρήθηκε μέχρι την αρχαϊκή περίοδο. Στην Κρήτη, κατά την παλαιοανακτορική περίοδο εμφανίστηκαν και γνώρισαν μεγάλη εξάπλωση τα υπαίθρια ι., όπως τα ι. δενδρολατρείας, τα ιερά σπήλαια και τα ι. κορυφής. Κατά την υστερομινωική περίοδο δόθηκε αρχιτεκτονική μορφή στο ι. καθώς ιδρύθηκαν μικροί ναοί. Αργότερα, στη νεοανακτορική περίοδο το μινωικό ανάκτορο, ως έδρα του βασιλιά-ιερέα, είχε ιερό χαρακτήρα. Εκτός από τους δευτερεύοντες ιερούς χώρους, υπήρχε σε αυτό και το κυρίως ι. που ήταν ένα μικρό δωμάτιο, προσιτό μόνο στους ιερείς και στους αξιωματούχους. Η μορφή του ι. στην Ελλάδα είχε μεγάλη ποικιλία, εξαιτίας της κυριαρχίας του θείου στη ζωή των αρχαίων και του κατακερματισμού της κοινωνίας σε κοινότητες, γεωγραφικά και πολιτικά ανεξάρτητες. Ο βασικός τύπος του ι., ο οποίος είχε ως κύρια χαρακτηριστικά το σημείο που καταδείκνυε την ιερότητα του χώρου και τον βωμό, παρουσίαζε διαφορές ανάλογα με τον τοπικό μύθο της θεότητας. Από την αρχαϊκή περίοδο κρίθηκε απαραίτητη η κατασκευή κάποιου οικοδομήματος που θα αποτελούσε τον επίγειο τόπο κατοικίας της θεότητας. Σταδιακά, η αρχιτεκτονική των ι. εξελίχθηκε και η σημασία ορισμένων ξεπέρασε το στενό περιβάλλον του τόπου στον οποίο είχαν ιδρυθεί. Τέτοιου είδους ι. –με πανελλήνια ακτινοβολία– ήταν της Ολυμπίας, των Δελφών, της Νεμέας, του Ισθμού κ.ά. Κυρίαρχο στοιχείο της λειτουργίας κάθε ι. ήταν οι θυσίες που προσφέρονταν στον θεό και συνοδεύονταν από ύμνους, προσευχές και τελετουργικούς χορούς των λατρευτών. Στα δέντρα του τεμένους, γύρω από τον χώρο της θυσίας, ήταν κρεμασμένα κάθε λογής αφιερώματα, ξύλινες ή πήλινες πινακίδες με ζωγραφιστές ή ανάγλυφες παραστάσεις κ.ά., που προσκόμιζαν εκεί λατρευτές όλων των κοινωνικών τάξεων. Η τέλεση αθλητικών αγώνων στην περιοχή των ι. ήταν αποτέλεσμα της πίστης των αρχαίων ότι ο θεός χαροποιείται στη θέα των καλογυμνασμένων κορμιών. Κατά τον 7ο αι. π.Χ., παράλληλα με την αρχιτεκτονική εξέλιξη του ναού, δημιουργήθηκε και το λατρευτικό άγαλμα. Όλα τα αντικείμενα που βρίσκονταν στο ι. (ακόμα και η στάχτη του βωμού) ήταν ιερά και ανήκαν στον θεό. Επιπλέον, ο χώρος αυτός αποτελούσε απαραβίαστο άσυλο και πολλές φορές τον χρησιμοποιούσαν ως τράπεζα για ιδιωτικές καταθέσεις. Ειδικές κατηγορίες ι. αποτελούσαν τα ηρώα, τα ι. του Ασκληπιού (Ασκληπιεία), τα μαντεία (Δελφοί, Δωδώνη κ.ά.), καθώς και το ι. της Δήμητρας και κόρης στην Ελευσίνα. Τελετή για την αφή της ολυμπιακής φλόγας στο ιερό του ναού της Ήρας στην Ολυμπία (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
το (ΑΜ ἱερόν, Α ιων. τ. ἱρόν)
βλ. ιερός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένο ουδ. τού επιθ. ιερός*, το οποίο μετά τον Όμηρο στην Ιωνική - Αττική δήλωνε τον ιερό τόπο, το άδυτο (βλ. και λ. ιερά)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ιερό — το 1) святыня; 2) святилище, алтарь …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ιερό — το 1. τόπος αφιερωμένος σε κάποια θεότητα κατά την αρχαιότητα, ναός: Ιερό του Απόλλωνα. 2. Άγιο Βήμα: Βγήκε ο παπάς από το ιερό. 3. στον πληθ., ιερά θρησκευτικές τελετές, ιερά σκεύη: Παπάδες πάρτε τα ιερά και σεις κεριά σβηστείτε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ιερό — [иэро] ουσ. о. святыня, храм, святилище …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ιερό οστό — Οστό της λεκάνης. Βρίσκεται στο κατώτερο τμήμα της σπονδυλικής στήλης και αρθρώνεται με τα ανώνυμα οστά, σχηματίζοντας το οπίσθιο τμήμα της πυέλου. Είναι μονοφυές, με τριγωνικό σχήμα και ελαφρώς καμπύλο. Αποτελείται από πέντε ιερούς σπονδύλους,… …   Dictionary of Greek

  • Ισθμίας, ιερό — Ένα από τα τέσσερα μεγάλα ιερά της Ελλάδας στην αρχαιότητα, κοντά στο οποίο διεξάγονταν τα Ίσθμια (βλ. λ.), οι πανελλήνιοι αγώνες προς τιμήν του θεού Ποσειδώνα. Ο ναός του Ποσειδώνα υπήρχε εκεί ήδη από τον 7o αι. π.Χ., την εποχή των Κυψελιδών,… …   Dictionary of Greek

  • Βήμα Ιερό — το Святой Алтарь – самое священное место в храме, находящееся на небольшом возвышении (по сравнению с главной частью храма) в восточной части храма и отделенное иконостасом Этим. < дргр. βήμα «шаг, возвышение, помост» < βα < инд. gwa,… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • επιτάφιος — Ιερό χριστιανικό άμφιο από πολύτιμο ύφασμα. Είναι ορθογώνιο και πάνω σε αυτό είναι κεντημένη η εικόνα του Ιησού στον τάφο και γύρω η Θεοτόκος, ο Ιωάννης, οι μυροφόρες και άγγελοι που θρηνούν. Προέρχεται από ένα ιερό άμφιο του 12ου αι., τον αέρα.… …   Dictionary of Greek

  • Λεωκόριον — Ιερό της αρχαίας Αθήνας. Βρισκόταν στη συνοικία του Κεραμεικού και είχε αφιερωθεί από τους Αθηναίους στις τρεις κόρες του ήρωα και βασιλιά της Αττικής Λεώ, την Πραξιθέα, τη Θεόπη και την Ευβούλη, οι οποίες θυσιάστηκαν για να απαλλαγεί η πόλη από… …   Dictionary of Greek

  • αρτοφόριο — Ιερό λειτουργικό σκεύος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας επάνω στην Αγία Τράπεζα. Κατασκευάζεται από χρυσό ή ασήμι ή από άλλο μέταλλο ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ναού. Στο α. φυλάσσεται ο άρτος που προορίζεται για τη μετάληψη,… …   Dictionary of Greek

  • Αβέστα — Ιερό βιβλίο του ζωροαστρισμού. Η λέξη φαίνεται να σημαίνει «βασικό» ή «θεμελιώδες κείμενο» (αρχαία ιρανικά apastak), σε αντίθεση προς τη Ζεντ,ερμηνεία ή συλλογή διαφόρων παραδόσεων. Η Α. ανάγεται στην εποχή της δυναστείας των Αχαιμενιδών (6ος 5ος …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.